αἰνοτόκος

αἰνο-τόκος, ον,
A unhappy in being a parent, Opp.H.5.526, IG14.1858:—but [full] αἰνότοκος· ὁ ἐπὶ κακῷ τεχθείς, Hsch.

Greek-English dictionary (Αγγλικά Ελληνικά-λεξικό). 2014.

Look at other dictionaries:

  • αινοτόκος — αἰνοτόκος, ον (Α) αυτός που απέκτησε παιδί για να τού φέρει δυστυχία, ο άτυχος γονιός. [ΕΤΥΜΟΛ. < αἰνὸς + τόκος < τίκτω] …   Dictionary of Greek

  • αινότοκος — αἰνότοκος, ον (Μ) αυτός που γεννήθηκε για κακό, για να φέρει συμφορές. [ΕΤΥΜΟΛ. αἰνὸς + τόκος < τίκτω] …   Dictionary of Greek

  • αἰνοτόκος — unhappy in being a parent masc/fem nom sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • αἰνοτόκοιο — αἰνοτόκος unhappy in being a parent masc/fem/neut gen sg (epic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • αἰνοτόκου — αἰνοτόκος unhappy in being a parent masc/fem/neut gen sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • αἰνοτόκων — αἰνοτόκος unhappy in being a parent masc/fem/neut gen pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • αἰνοτόκῳ — αἰνοτόκος unhappy in being a parent masc/fem/neut dat sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”

We are using cookies for the best presentation of our site. Continuing to use this site, you agree with this.